Η Ιερά Μητρόπολις Ιερισσού, Αγίου Όρους και Αρδαμερίου φιλοξενεί στο “Πνευματικό Κονάκι” επίκαιρη ομιλία του Παν. Αρχιμ. π. Εφραίμ Τσόλη, Εφημερίου – Ιεροκήρυκος ΣΤ΄ Αρχιερατικής Περιφερείας Σταυρού και Ολυμπιάδος, επ’ ευκαιρία της Β΄ Στάσεως των Χαιρετισμών.
Στὴ δεύτερη (Β΄) Στάση τῶν Χαιρετισμῶν πρὸς τὴν Κυρία Θεοτόκο
Μέσα στὸ ἱερὸ στάδιο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, καὶ δὴ κατὰ τὴ δεύτερη ἑβδομάδα τῶν νηστειῶν λαμβάνει χώρα καὶ ἡ δεύτερη Στάση τῶν Χαιρετισμῶν πρὸς τὴ Θεοτόκο ὡς συμπερίληψη στὸ μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας. Ἂν καὶ τὸ κλίμα τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς ἔχει σταυρικὸ καὶ νηπτικὸ χαρακτήρα, πράγμα ποὺ ἀπαγορεύει τὴν τέλεση Θείας Λειτουργίας ἐξαιτίας τοῦ ἀναστάσιμου χαρακτήρα της, ἐντούτοις ἡ ἐξέχουσα τιμητικὴ θέση τῆς Παναγίας στὸ μυστήριο τοῦ Λόγου εὐνοεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι στὸ πρόσωπό Της συντελέστηκε ἡ συνεργία μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου. Ἡ ἴδια χαρακτηρίστηκε ἀπὸ τὴν ὑμνολογία μας ὡς ἡ μόνη ἐν γυναιξὶ καὶ καλή, πράγμα ποὺ δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς μία φράση ποὺ λέγεται «ποιητικῇ ἀδείᾳ» ἀλλὰ ὡς πραγματικότητα ποὺ ὀφείλεται κατ’ἐξοχὴν στὴ σχέση Της μὲ τὸν Θεάνθρωπο Χριστό. Αὐτὸ τὸ μυστήριο τῆς Θείας Ἐνανθρωπήσεως ὑπηρετεῖ ἡ Κυρία Θεοτόκος ὄχι ἁπλὰ καὶ ὡς ἔτυχε. Ἤδη ἡ Καινὴ Διαθήκη ἀποκαλύπτει καὶ διασώζει τὴν ἐκλογή τῆς παρθένου Μαρίας ὡς τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία θὰ γεννήσει ἐκ Πνεύματος Ἁγίου τὸν μοναδικὸ Λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀναγγελία τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριὴλ πρὸς ἐκείνη προκαλεῖ φόβο καὶ τρόμο καθότι ἐκείνη διερωτᾶται γιὰ τὸ πῶς θὰ συντελεστεῖ κάτι τέτοιο ἀνθρωπίνως, γιὰ νὰ λάβει στὴ συνέχεια ὡς ἀπάντηση, τὸ «Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις Ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι». Ἡ Παναγία ἐνώπιον τοῦ Ἀρχαγγέλου ἀποκρίνεται διὰ τοῦ «Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου γένοιτο μοι κατὰ τὸ ῥῆμα σου».
Βέβαια, ἡ ἐκλογὴ τῆς Μαρίας ὡς μητέρας τοῦ Θεοῦ εἶχε κάποια προαπαιτούμενα. Νὰ σημειωθεῖ πὼς ἡ Μαρία ὑπῆρξε καρπὸς ἔμπονης προσευχῆς τοῦ Ἰωακεὶμ καὶ τῆς Ἄννης, οἱ ὁποῖοι ὡς γνωστὸν ἦταν ἄτεκνοι καὶ παρακαλοῦσαν τὸν Θεὸ γιὰ νὰ τοὺς χαρίσει παιδί[1]. Ὁ Θεὸς ὡς ὁ μόνος ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος ἀπαντᾶ στὶς προσευχές τους καὶ τοὺς χαρίζει παιδὶ, τὸ ὁποῖο στὴ συνέχεια θὰ τὸ ἀφιερώσουν στὸν Ναὸ τοῦ Κυρίου καὶ θὰ τοποθετηθεῖ στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ἔχοντας ὡς πνευματικὸ ὁδηγὸ τὸν Ἀρχάγγελο Γαβριήλ. Τὸ ὅτι τελοῦσε ὑπὸ πνευματικὸ ὁδηγὸ σημαίνει ὅτι φρόντιζε καθημερινὰ νὰ τηρεῖ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ φροντίζει γιὰ τὸ κατ’ εἰκόνα, τὸ ὁποῖο “ἀπημαύρωσε” ἡ ἀλαζονεία τοῦ πρώτου ἀνθρώπου[2]. Σταδιακὰ ἡ Παναγία μέσα στὸν Ναὸ, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς, ἔγινε δοχεῖο χωρητικὸ τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἀξιούμενη τῆς χάριτος τῆς ἀναμαρτησίας. Ἡ καρδιά της καὶ ὁ νοῦς της ἀλλὰ καὶ συνακόλουθα ὅλο της τὸ εἶναι καὶ κατ’ἐπέκταση τὸ σῶμα της ἔγιναν κατοικητήρια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ φιλοξένησαν τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ἐπισημαίνει τὸ ὅτι διὰ τῆς Παναγίας ἀποκαταστάθηκε ἡ βλάβη τῆς ἀνθρώπινης προαίρεσης μὲ συνεπακόλουθο καὶ τὴν ἀποκατάσταση τοῦ θανάτου σὲ ἐν Χριστῷ ζωὴ καθὼς καὶ τὴν κατάργηση τῆς καταδυναστείας τοῦ διαβόλου μὲ τὴν κυριαρχία τοῦ Υἱοῦ τοῦ Ἀνθρώπου στὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν Του.
Βέβαια, τὰ νοήματα καὶ τὰ ὅσα λαμβάνουν σάρκα καὶ ὀστὰ μέσα στὸ ὅλο κλίμα τῆς Οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ εἶναι τόσο βαθιὰ καὶ δύσκολα ποὺ πολὺ εὔκολα ὁ ἀκροατὴς ἢ καὶ ὁ πιστὸς χριστιανὸς περιπίπτει στὸ νὰ προσπαθήσει νὰ τὰ κατανοήσει γνωσιολογικὰ καὶ φιλοσοφικά. Στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐκεῖνο ποὺ ἀποτελεῖ ἀδιάψευστο καὶ αὐθεντικὸ ἑρμηνευτὴ τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ Πανάγιο Πνεῦμα. Ἡ εἰσαγωγὴ στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας γίνεται καὶ ἐπισυμβαίνει ἁγιοπνευματικὰ μὲ τὴ συνεργία πάντοτε τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας καὶ θέλησης ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει μὲ τὸ λαμπρὸ ὑπόδειγμα τῆς Παναγίας μὲ τὸν Θεάνθρωπο Χριστό. Ἡ Παναγία ἑρμηνεύει στὴ ζωή της ὑπαρξιακὰ τὸ τὶ σημαίνει νὰ εἶναι δούλη Κυρίου καὶ τὸ τὶ σημαίνει πλήρωση τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν γνωρίζει θάνατο παρὰ μόνο κοίμηση καὶ μάλιστα μετάσταση τοῦ παναγίου σώματός της. Γνωρίζει ὅμως τὴ Σταύρωση τοῦ Υἱοῦ της, γνωρίζει τὸ τὶ εἶναι νὰ περνάει ρομφαία ἀπὸ τὴν ψυχή της, ἀλλὰ γνωρίζει καὶ νὰ φυλάττει ζωντανὸ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή της. Ὅλα αὐτὰ ἔχουν μία ὑπαρξιακὴ σημασία στὴ δική μας ζωή, ἡ ὁποία ὁμολογουμένως ἀφίσταται ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Εὐαγγελίου. Καὶ αὐτὸ ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ ὅτι ἡ φροντίδα μας κινεῖται ἀνάμεσα στὴν ἐπιθυμία καὶ τὴ μέριμνα. Τὸ Εὐαγγέλιο προτρέπει, «μὴ μεριμνᾶτε τὶ φάγητε ἢ τὶ πίητε» καὶ «ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν». Ἡ Παναγία ἀποτελεῖ μία ὑπέρβαση ὅλων αὐτῶν, τῆς μέριμνας καὶ τῶν ἐπιθυμιῶν τοῦ κόσμου, γι’ αὐτὸ καὶ λέει σὲ ἄλλο σημεῖο ὁ Χριστὸς ὅτι «ὑμεῖς λυπηθήσεσθε ὁ δὲ κόσμος χαρήσεται» προμηνύοντας τὴν ἐγκατάλειψη τῶν μαθητῶν καὶ τὴ διασκόρπιση τοῦ καθένα στὰ ἴδια ἀφήνοντας τὸν Κύριο μόνο. Ἀλλὰ τοὺς λέει «θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον». Τοὺς δίνει καὶ τὴ θεραπεία ὡς πρὸς τὸ νὰ ἐμπιστεύονται τὴ ζωή τους στὸν Θεὸ διότι μόνον ἀκτίστως μπορεῖ νὰ νικηθεῖ ὁ κόσμος.
Σήμερα, ἡ Παναγία μᾶς διανοίγει τὸν δρόμο πρὸς τὴν ἄνω ζωή, εἶναι ἡ μετάγουσα τοὺς ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν, καὶ αὐτὸ ὅμως κινδυνεύει νὰ θεωρηθεῖ ὡς αὐτονόητο ἐκ μέρους μας. Διότι ὁ Θεὸς ἔχει βάλει πέρα ἀπὸ τὶς προδιαγραφὲς τῆς αἰώνιας ζωῆς μέσα μας καὶ τὰ τεκμήρια καὶ τοὺς λόγους, σύμφωνα μὲ τὰ ὁποῖα συντελεῖται ἡ ἄνοδος πρὸς τὰ πάνω. Καὶ ὅταν λέμε γιὰ ἄνοδο δὲν ἐννοοῦμε κάποια κοσμικὴ ἀναρρίχηση κατοχῆς τοῦ Θεοῦ ἢ κάποια φανταστικὴ φυσικὴ γνώση Του, ἀλλὰ τὴ συμμετοχὴ στὸ Πάθος τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὴν πρώτη κιόλας σύλληψή μας στὰ σπλάγχνα τῆς μητέρας μας. Ἡ προεργασία, ἡ προετοιμασία μας ὡς πρὸς τὸ νὰ καταστοῦμε ἱκανοὶ νὰ κυοφορήσουμε τὸν Κύριο, νὰ προσλάβουμε τὸν λόγο Του καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ Τὸν γεννήσουμε, προϋποθέτουν τὴ συνταρακτικὴ καὶ σκληρὴ θανάτωση τῆς φιλαυτίας καὶ κενοδοξίας μας μὲ ὅλα τὰ συμπαρομαρτοῦντα. Ὅταν γίνει αὐτὸ καὶ ταπεινὰ ἐκχωρήσουμε τὸ εἶναι μας καὶ τὶς κινήσεις τῆς ψυχῆς μας γιὰ νὰ ἀκολουθήσει καὶ τὸ σῶμα στὴν τρίβο τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ τότε ὁ Θεὸς δίνει καὶ τὰ ἀδιάψευστα κριτήρια καὶ τὶς ἀποδείξεις, οἱ ὁποῖες συμπυκνώνονται στὸν καρπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅταν δὲν γίνει αὐτὸ τότε ἀπενεργοποιοῦμε τὸ Πανάγιο Πνεῦμα, τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν ἢ μὲ ἄλλα λόγια τὴν ἀπόλυτη κυριαρχία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μέσα μας καὶ αὐτὸ γιατὶ τοποθετήσαμε ὑπαρξιακὰ τὴν ψυχή μας στὴν ἄλογη κενοδοξία καὶ στὴ βιωτικὴ μέριμνα. Ὅμως, ἡ Κυρία Θεοτόκος μᾶς ὑποδεικνύει διαφορετικὴ ὁδό. Μᾶς ὑπενθυμίζει κάθε Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ, τὸ ὅτι χαίρει μετὰ τοῦ Υἱοῦ της ὡς Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ὡς κοινὴ μητέρα ὅλων ἡμῶν τῶν χριστιανῶν. Καὶ δὲν εἶναι διόλου τυχαῖο ὅτι ἡ Παναγία μνημονεύεται ἀπὸ ὅλες τὶς γενεές σύμφωνα μὲ τὸν προφητικό της λόγο, ὅτι «ἰδού γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσι με πᾶσαι αἱ γενεαί». Δὲν ὑπῆρξε ἄνθρωπος ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος. Ἄλλωστε καὶ οἱ Πατέρες τὴν μνημονεύουν ὡς ἡ Ἄνθρωπος, ὡς ἡ πάντοτε ἔχουσα τὰ χέρια της σὲ στάση ἱκεσίας πρὸς τὸν Χριστὸ ἢ ἄλλοτε βαστάζουσα ὡς παιδίον τὸν Υἱό της. Ἄραγε, ἔχουμε ἀντιληφθεῖ τὸ τὶ Θεὸ ἔχουμε καὶ τὶ κάνει αὐτὸς ὁ Θεὸς μὲ τὰ ποιήματα Του ποὺ εἶναι ἡ δημιουργία; Ἴσως νὰ μὴν μπορέσουμε νὰ καταλάβουμε ποτὲ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα, ἴσως διότι μᾶς πλήττει τὸν ἐγωϊσμὸ ἀκόμη καὶ ἂν εὑρισκόμαστε θεσμικὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία ἢ ἀκόμη καὶ ἂν ἀποτελοῦμε μέλη Αὐτῆς διακονώντας ἀναλόγως ὁ καθένας, καὶ αὐτό – σημειωθήτω – δὲν ὀφείλεται στὸ ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς κατασκεύασε ἔτσι, ὀφείλεται στὴν ἀπόλυτη ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ νὰ ἀποκαλυφθεῖ στὸν ταπεινὸ καὶ τρέμοντα τοὺς λόγους Του καὶ στὴν συνέχεια ἀποδεχόμενος ὁ ἄνθρωπος αὐτὴν τὴν πραγματικότητα ἀναλαμβάνεται ἀπὸ Ἐκεῖνον, παιδαγωγεῖται, περνάει διὰ πυρὸς καὶ ὕδατος, ἀποκαθαίροντας κάθε ἴχνος κενοδοξίας καὶ φιλαυτίας καὶ ἔτσι ἐγκαθιστᾶ μόνιμα στὴν ψυχή του τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
Σὲ ἄλλο σημείο τοῦ Εὐαγγελίου ὁ Χριστὸς εἶπε, «ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσιν καὶ περισσὸν ἔχωσιν» (Ἰωαν.10,10). Ἐγὼ, λέει, ἦλθα γιὰ νὰ ἔχουν ζωὴ οἱ ἄνθρωποι, τὴν ἐν Χριστῷ ζωὴ ἢ ἀλλιῶς τὴν ἁγιοπνευματικὴ ζωή, γιὰ νὰ ζοῦν οἱ ἄνθρωποι ὄχι ὡς ἀνώτερα θηλαστικὰ ἀλλὰ ὡς τέκνα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, προσθέτοντας καὶ κάτι ἐπιπλέον, τὸ «καὶ περισσὸν ἔχωσι». Αὐτὴ ἡ περίσσεια εἶναι ὅλο τὸ ἀνάβλυσμα τῆς χαρισματικῆς ζωῆς, ὅλο τὸ ξεχείλισμα τῆς Ἁγιοτριαδικῆς ζωῆς μέσα στὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη, τὸ ὁποῖο ὡς καταρράκτης ξεχειλίζει πρὸς τὰ ἔξω μὲ τέτοια ὁρμὴ ἀνάλογη καὶ ἐφάμιλλη τῆς θεόσδοτης μετάνοιας,τὴν ὁποία πρῶτος ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος θέτει ὡς προϋπόθεση γιὰ τὴν εἴσοδο στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καὶ αὐτὴ ἡ ἐνεργοποιημένη Βασιλεία ἐντὸς τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου γίνεται συναντιληπτὴ καὶ ἀπὸ ὅσους τυγχάνει νὰ βρίσκονται στὴν ἴδια συχνότητα, τὴ συχνότητα τοῦ Θεοῦ. Ὁ συντονισμὸς στὴ συχνότητα γίνεται μὲ τὴν ἐπαναφορὰ τοῦ νοῦ στὸν Θεὸ διὰ τῆς προσευχῆς μέχρι νὰ προσκολληθεῖ ὁ νοῦς στὸ μέλι τῆς προσευχῆς καὶ τύχει ἀπερίσπαστος ἀπὸ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου. Ἄρα, ὅσο ὁ νοῦς εἶναι διαρκῶς (ἀδιαλείπτως) στὴν ἔμπονη προσευχὴ καὶ ἐκζήτηση τοῦ Θεοῦ ἀποκολλᾶται ἀπὸ ὅ,τι τὸν κρατάει δέσμιο μὲ τὴν κτίση. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἐπισημαίνει πὼς ἀναγκαιότερο εἶναι τὸ νὰ προσεύχεται κανεὶς ἀπὸ τὸ νὰ ἀναπνέει. Ὅπως γιὰ τὸ σῶμα εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἀναπνέει κανεὶς, ἔτσι καὶ γιὰ τὴν ψυχὴ εἶναι ἀναγκαῖο νὰ προσεύχεται, διότι ὅσο δὲν προσεύχεται ἡ ψυχὴ δὲν ζεῖ καὶ ἐνόσῳ δὲν λαμβάνει τὸ ὀξυγόνο ποὺ εἶναι ἡ προσευχὴ εἶναι θέμα χρόνου νὰ νοσήσει καὶ νὰ ἐπέλθει ὁ πνευματικὸς θάνατος καὶ ἐδῶ ὡς θάνατος νοεῖται ὁ χωρισμὸς τοῦ νοῦ ἀπὸ τὸν Θεό, καὶ κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ «νοῦς ἀποστὰς τοῦ Θεοῦ ἢ θηριώδης ἢ διαμονιώδης». Καὶ τίθεται ἡ διερώτηση. Δηλαδὴ γιὰ νὰ ζεῖ ἡ ψυχὴ πρέπει νὰ βρίσκεται πάντα σὲ προσευχὴ, ἐφόσον αὐτὴ ἀποτελεῖ τὸ ὀξυγόνο της; Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς ἀπαντᾶ μὲ τὸ ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε. Γιατί; Ὅσο ὁ νοῦς παραμένει στὴν προσευχὴ βρίσκεται σὲ σύνδεση μὲ τὸν Θεὸ καὶ δὲν ἁμαρτάνει. Ὅταν ὅμως ὁ νοῦς περιφέρεται ὡς ἀλήτης ἀπὸ ἐδῶ καὶ ἐκεῖ ἀνάλογα πρὸς τὶς ἐπιθυμίες τοῦ ἀνθρώπου καὶ δὲν συμμαζεύεται διὰ τῆς προσευχῆς, τότε βαρύνεται ὁ νοῦς καὶ γίνεται εὐάλωτος τοῦ ἀντικειμένου ἐχθροῦ καὶ τῶν δαιμόνων. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος ἐφιστοῦσε στοὺς μαθητέςΤου νὰ βρίσκονται σὲ πνευματικὴ ἐγρήγορση καὶ νήψη διότι ἡ σάρκα τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ μόνη της εἶναι ἀσθενὴς καὶ ἀνεπαρκὴς καὶ πάντοτε ὀφείλει νὰ τελεῖ ὁ ἄνθρωπος ἐν προσευχῇ.
Ἐπίσης, ὅταν πῆγε ὁ Κύριος νὰ προσευχηθεῖ στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν καὶ γύρισε καὶ ἔπιασε τοὺς μαθητές του καθεύδοντας, τοὺς ἐπέπληξε καὶ τοὺς εἶπε ὅτι δὲν μπορέσατε νὰ γρηγορήσετε μαζί μου ἕνα λεπτό; Γιατὶ καθεύδετε; Τὸ ὅτι εἶχαν τὸν Χριστὸ οἱ μαθητὲς καὶ καλύπτονταν οἱ βασικές τους ἀνάγκες δὲν τοὺς ἔκαναν ἱκανοὺς νὰ καταλάβουν μὲ ποιὸν ἔχουν νὰ κάνουν. Δὲν κατανοοῦν ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου μέλλει νὰ παραδοθεῖ καὶ νὰ σταυρωθεῖ καὶ τήν τρίτη ἡμέρα νὰ ἀναστηθεῖ. Καὶ αὐτὸ τὸ καταλαβαίνουν πολὺ καλὰ ὁταν καθένας, ἀναλόγως τῆς δεκτικότητας του, ἔμειναν μόνοι ὡς πρόβατα μὴ ἔχοντα ποιμένα καὶ μετενόησαν πικρὰ γιὰ τὴν ἀπιστία τους. Τὸ μόνο πρόσωπο ποὺ κατενόησε ὅλα αὐτὰ εἶναι ἡ Παναγία, ἡ ὁποία συνετήρει πάντα τὰ ῥήματα τοῦ Υἱοῦ στὴν καρδιά της. Γι’αὐτὸ καὶ μέχρι τέλους βρίσκεται στὸ πλάϊ Του ὡς συσταυρωμένη καὶ λογχευμένη τὴν καρδία της.
Ἡ Παναγία ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν ὅμιλο τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ δὲν ζήτησε ἀπὸ τὸν Υἱὸ νὰ περάσει ὅπως πέρασαν οἱ μαθητές Του ζωὴ χαρισάμενη, ἀλλὰ πάντοτε δίωκε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, γι’αὐτὸ καὶ ἄλλωστε ἐκλέγεται ὡς ἡ μόνη ἐν γυναιξὶ εὐλογημένη, γιὰ τὴν ὁποία ὅ,τι καὶ νὰ ποῦμε ἐπιπλέον εἶναι τὸ ἔλαττον τοῦ ἐλαχίστου σὲ σχέση μὲ ἐκεῖνα ποὺ μᾶς ἔχουν ἀποκαλυφθεῖ καὶ ἀποκαλύπτονται, μὲ τὴν ἑξῆς ὅμως διαφορά: Ὅσοι ἀκόμη ἔχουν γεγυμνασμένα τὰ αἰσθητήριά τους, δηλαδὴ ὅσοι διὰ τῆς μετανοίας καὶ προσευχῆς προγεύονται καὶ μετέχουν στὸ Μυστήριο τοῦ Θεοῦ, τότε ἀσφαλῶς καὶ θεοφόροι τυγχάνουν, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἱκανοὶ νὰ μεταδώσουν ἁγιοπνευματικὰ αὐτὴν τὴ βιωματικὴ αἴσθηση τῆς παρουσίας καὶ ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ἀντίθετα πρὸς ἐμᾶς, ποὺ ἀκόμη δὲν ἔχουμε κάνει ἕνα ὑπαρξιακὸ βῆμα, ἕνα γνήσιο καὶ ἔμπονο ἄνοιγμα πρὸς τὸ μυστήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὸ ἐξηγεῖ ἐμπειρικὰ τό πόσο στερούμαστε τὴν ἐν ἡμῖν παρουσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν πεισματικὴ παραμονή μας στὸ νὰ θέλουμε δύο ἐκ διαμέτρου ἀντίθετα πράγματα: Καὶ τὸν ἑαυτό μας ἀλλὰ καὶ τὸν Θεὸ νὰ θέλει αὐτὰ ποὺ θέλουμε, ἀντίθετα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ θέλει Ἐκεῖνος. Καὶ αὐτὸ σαφῶς καὶ ἐνέχει ἀλαζονεία καὶ αὐθάδεια στὸ νὰ «κατασκευάζουμε» ἕνα τέτοιον Θεὸ ποὺ κατ’ οὐσίαν βρίσκεται στὸ ἐπίπεδο τῆς προσωπικῆς καὶ ἄλλοτε καὶ θρησκευτικῆς φαντασίωσής μας. Δηλαδὴ λατρεύω μέσα ἀπὸ μένα τὸν Θεὸ, τὸν ὁποῖο ἔχω κάνει ἀντικείμενο τῶν ἐπιθυμιῶν μου καὶ ἐπιδιώξεών μου καὶ ὅποιος τολμήσει καὶ μοῦ καταστρέψει αὐτὸ τὸ αὐτοείδωλο, ὅπως τὸ λέει ὁ ἁγ. Ἀνδρέας Κρήτης, τότε αὐτομάτως γίνεται ὁ μεγαλύτερος ἐχθρός μου.
Ὑπάρχει ὅμως ἡ διάγνωση καὶ ἡ θεραπεία αὐτῆς τῆς ψυχοπαθολογίας καὶ ἐδῶ πάλι ἐπιστρέφουμε σὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα προείπαμε, ὅτι ἡ Παναγία δὲν στέκει ἁπλῶς ὡς ἱστορικὸ πρόσωπο «ξεθωριασμένο», τὸ ὁποῖο τιμᾶται κάποιες φορὲς τὸν χρόνο. Ὅταν ὁμιλοῦμε περὶ τοῦ Χριστοῦ, ὅταν τηροῦμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τότε κοινωνοῦμε μὲ ὅσους ἐτήρησαν ἀνὰ τοὺς αἰῶνες τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, μεταξὺ τῶν ὁποίων πρῶτον μὲ τὴν Παναγία καὶ ἔπειτα μὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους καὶ Δικαίους, διότι ἡ τήρηση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ μᾶς καθιστᾶ ἐκκλησιολογικὰ ἕνα. Ἡ πολυπόθητη ἑνότητα ποὺ ὁραματίζονται ὁρισμένοι νεοκουλτουριάρηδες ἢ νεωτεριστὲς, ἐκ τῶν ὁποίων χριστιανοὶ οἱ περισσότεροι, εἶναι μία ἑνότητα σὲ κοινωνιολογικό, ἱστορικὸ καὶ κοσμικὸ ἐπίπεδο. Ὁ Χριστὸς ὅμως αἰτεῖται ἀπὸ τὸν Πατέρα Του τὴν ἑνότητα τὴν Τριαδικὴ μὲ τὴ μεταφορὰ αὐτῆς διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὴν Ἐκκλησία. Αὐτὸ δημιουργεῖ ἄλλου εἴδους δεσμεύσεις καὶ ἄλλου γένους προϋποθέσεις. Πρόκειται γιὰ ἐκπλήρωση τῆς Ἀρχιερατικῆς Προσευχῆς τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ἐκπληρώνεται διὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ. Γι’ αὐτὸ καὶ λέει ὁ Χριστός, «ἐγὼ εἰμὶ ἡ θύρα, δι’ ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ σωθήσεται, καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξελεύσεται καὶ νομὴν εὑρήσει». Ὅποιος ὁραματίζεται ἑνότητα ἐρήμην τῆς ἑνότητος ποὺ προτάσσει ὁ Χριστός, «ἐκεῖνος κλέπτης ἐστί καὶ ληστής, καὶ ὁ κλέπτης οὐκ ἔρχεται εἴ μη ἵνα κλέψῃ καὶ θύσῃ καὶ ἀπολέσῃ». Νὰ καὶ ἀκόμη μία ἀπόδειξη ὅτι ἡ Παναγία δὲν μᾶς παρέδωσε τέτοιο ἦθος παρ’ ὅτι ὡς Μητέρα τοῦ Θεοῦ θὰ μποροῦσε λόγῳ θέσης καὶ ἰδιότητος νὰ ζητήσει κάτι δικό της. Ἡ Παναγία ἔχει τὴ συναίσθηση τῆς ἀπόλυτης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸ πρόσωπό της καὶ γι’ αὐτὸ ἀνταποκρίνεται στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐξ’ ὅλης ψυχῆς καὶ καρδίας καὶ ἰσχύος, τηρώντας τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ καὶ μιμούμενη τὸν Κύριό της Ἰησοῦ Χριστό, ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.
[1] Αὐτὸ εἶναι σημαντικὸ ἀπὸ τὸ ὅτι ὅταν ὁ Θεὸς ἐκλέγει, τὸ κάνει πάντοτε ὑπὸ συγκεκριμένες πνευματικὲς προϋποθέσεις καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν προορίζει, ἀλλὰ προγνωρίζει καὶ προνοεῖ γιὰ τὰ ὄντα.
[2] Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Ὁ βίος τῆς Ὑπερευλογημένης Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας, Ἱερὸν Κελλίον Ἁγίου Νικολάου «Μπουραζέρη», Ἅγιον Ὄρος, 2010³
