Η Ιερά Μητρόπολις Ιερισσού, Αγίου Όρους και Αρδαμερίου φιλοξενεί στο “Πνευματικό Κονάκι” επίκαιρη ομιλία του Παν. Αρχιμ. π. Χρυσάνθου Σαββίδη, Αρχιερατικού Επιτρόπου ΣΤ΄ Αρχιερατικής Περιφερείας Σταυρού και Ολυμπιάδος, Προϊσταμένου του Ιερού Ναού Οσίου Αυξεντίου Σταυρού, επ’ ευκαιρία της Α΄ Στάσεως των Χαιρετισμών.
ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ Α΄ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ
Το πρόσωπο της Παναγίας[1] είναι άρρηκτα συνδεδεμένο[2] με το σχέδιο της Θείας Οικονομίας[3]. Η Πατερική Γραμματεία[4] αναφέρεται στη Μητέρα του Κυρίου[5] με απόλυτο σεβασμό[6] και αγάπη[7]. Η Παρθένος Μαρία[8] είναι το τελειότερο και αγιώτερο[9] δημιούργημα του Θεού[10] επί της γης[11] και η προσφορά της στο ανθρώπινο γένος[12] δεν είναι δυνατόν να μην αποτελέσει πηγή έμπνευσης ύμνων[13] και εγκωμίων[14] που συντέθηκαν για να Της αντιγυρίσει το ανθρώπινο γένος την ευγνωμοσύνη του για την προσφορά Της[15]. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Ακάθιστος Ύμνος[16], ένα έργο που ανήκει στην πρώιμη περίοδο της βυζαντινής υμνογραφίας.
Οι Χαιρετισμοί, όπως αλλιώς ονομάζεται ο Ακάθιστος Ύμνος , έχουν σημαντικό θεολογικό, λειτουργικό και πνευματικό περιεχόμενο. Η θεολογία του έργου συνδέεται άμεσα με την αποκάλυψη της Εκκλησίας για τον τρόπο με τον οποίο συνδέεται η Παναγία με την πρόνοια και τις ενέργειες του Τριαδικού Θεού. Οι στίχοι του συγκεκριμένου Κοντακίου δηλώνουν ότι η Θεοτόκος είναι η οδός μέσω της οποίας έρχεται η Χάρη του Θεού στον άνθρωπο[17]. Σύσσωμη η Εκκλησία χαιρετίζει με τον Ακάθιστο Ύμνο την Παρθένο[18] που είναι το όργανο της Θείας Οικονομίας[19]. Ενδεικτικό ως προς αυτό είναι η συχνή χρήση της φράσης «Χαῖρε», με την οποία ο υμνογράφος εστιάζει στη λατρευτική αφοσίωση του Ποιμνίου[20] και την προσπάθεια για την πνευματική προετοιμασία[21] του, προκειμένου να συμμετάσχει στην εορτή της Αναστάσεως του Κυρίου[22].
Παράλληλα, είναι έκδηλη η εκκλησιολογική διάσταση του Ακαθίστου Ύμνου. Η Θεοτόκος[23] παρουσιάζεται ως τύπος της Εκκλησίας[24] , η οποία δέχεται να αναλάβει τη διακονία να φέρει σ’ ολόκληρη την ανθρωπότητα τον Κύριο[25], τον δημιουργό του κόσμου[26]. Αντίστοιχα, η Εκκλησία καλείται να φανερώσει στον άνθρωπο το σχέδιο της Θείας Οικονομίας και να τον οδηγήσει στην «ἐν Χριστῷ» σωτηρία[27].
Οι Χαιρετισμοί ενσωματώνουν την πίστη της Εκκλησίας και μαρτυρούν τη ζωοποιό[28] και θεοποιό Χάρη[29] του Αγίου Πνεύματος. Ο Ακάθιστος Ύμνος[30] είναι μία ευχαριστία και παράλληλα ένα εγκώμιο[31] στο πρόσωπο της Θεοτόκου[32] σχετικά με τη θαυματουργική διάσωση της Βασιλεύουσας από την πολιορκία των αλλόθρησκων το 626[33], εποχή κατά την οποία ο αυτοκράτορας Ηράκλειος έλειπε σε εκστρατεία εναντίον των Περσών[34]. Ο Γεώργιος Πισίδης, από τον 7ο αιώνα, κάνει λόγο για τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης και συνδέει το ιστορικό γεγονός με την Ακολουθία των Χαιρετισμών[35].
Ο Ακάθιστος Ύμνος ουσιαστικά είναι το μοναδικό ολόκληρο σωζόμενο[36] Κοντάκιο που είναι σε λειτουργική χρήση[37], αποτελούμενο από 24 Οίκους[38], 12 εκτενείς (περιττούς Α – Γ – Ε…) και 12 σύντομους (άρτιους Β – Δ – Ζ…). Οι πρώτοι δώδεκα Οίκοι (Α-Μ) συγκροτούν το ιστορικό μέρος κατά το οποίο λαμβάνει χώρα η εξιστόρηση γεγονότων της Θείας Οικονομίας, όπως ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, οι αμφιβολίες του Ιωσήφ, η προσκύνηση των μάγων, η φυγή στην Αίγυπτο, η Υπαπαντή, για τα οποία αντλούνται πληροφορίες από το Κατά Ματθαῖον Ευαγγέλιο. Οι επόμενοι δώδεκα Οίκοι (Ν-Ω) ολοκληρώνουν το θεολογικό μέρος του Ύμνου, όπου αναλύονται οι προεκτάσεις του γεγονότος της Θείας Ενανθρωπήσεως. Ο συγγραφέας του Ακάθιστου Ύμνου είναι άγνωστος, αν και αρκετοί μελετητές τον αποδίδουν στον Ρωμανό τον Μελωδό ή τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Σέργιο. Ψάλλεται τμηματικά ανά έξι Οίκους, κάθε Παρασκευή των τεσσάρων πρώτων εβδομάδων της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, και ολόκληρος την Παρασκευή της Ε΄ εβδομάδας των Νηστειών[39].
Οι πρώτοι έξι Οίκοι του Ακαθίστου Ύμνου συνιστούν μία θεολογική ενότητα. Η προσπάθεια της ερμηνείας τους προϋποθέτει Χριστολογική, ανθρωπολογική και εκκλησιολογική προσέγγιση, για τον λόγο ότι το περιεχόμενο τους δεν είναι απλά ένα εγκωμιαστικό εγχείρημα προς τη Θεοτόκο, αλλά και μια σύνοψη της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας[40].
Ο πρώτος Οίκος («Ἄγγελος πρωτοστάτης…») θέτει το θεμέλιο της αποκάλυψης του μηνύματος του Αρχαγγέλου Γαβριήλ προς την Παρθένο Μαρία. Πρόκειται για ένα γεγονός που αποτελεί τομή στην ανθρώπινη ιστορία και από το οποίο πηγάζει η χαρά ως μία οντολογική μεταβολή του ανθρώπου και όχι σαν μια ψυχολογική κατάσταση.
Στον δεύτερο Οίκο («Βλέπουσα ἡ Ἁγία…») επισημαίνεται η εσωτερική διεργασία της Παρθένου: άκουσε το μήνυμα του Αρχαγγέλου και έχει απορίες ως προς την πραγμάτωσή του. Η ίδια δεν απιστεί, αλλά καταβάλλει μία προσπάθεια να κατανοήσει τα όσα μόλις άκουσε, που υπερβαίνουν την ανθρώπινη λογική. Έγινε αποδέκτης αποκαλυπτικής εμπειρίας και αποδεικνύεται ο τύπος του πιστού ανθρώπου, που η λογική του δεν απορρίπτει όσα δε δύναται να καταλάβει, παρά τις πεπερασμένες δυνατότητες που διαθέτει[41].
Ο τρίτος Οίκος («Γνώσιν άγνωστον γνώναι») φανερώνει ότι ο άνθρωπος δύναται να λάβει την αληθινή γνώση, που είναι καρπός της Θείας Αποκάλυψης και όχι δικής του προσωπικής έρευνας. Η «ἄγνωστος γνῶσις» δεν καταλύει το μυστήριο, αλλά το καθιστά προσιτό στο κτιστό δημιούργημα του Τριαδικού Θεού, τον άνθρωπο[42].
Ο τέταρτος Οίκος («Δύναμις Ὑψίστου…») φανερώνει τον ρόλο της άκτιστης Θείας ενέργειας. Η σύλληψη του Θεού Λόγου στη μήτρα της Μαρίας δεν είναι ένα φυσικό γεγονός, αλλά προϊόν της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Η αναφορά στη «Δύναμιν Ὑψίστου» απλά καταδεικνύει ότι η άκτιστη ενέργεια του Θεού επισκιάζει την Παρθένο και την καθιστά- με τη συγκατάθεσή της- Χώρα του Αχωρήτου. Η παρθενία δεν αναιρείται, αλλά πληρούται· ο Οίκος αυτός αποτελεί μαρτυρία τόσο της θεότητας, όσο και της ανθρωπότητας του Κυρίου.
Ο πέμπτος Οίκος («Ἔχουσα θεοδόχον…») εστιάζει στην εσωτερική πνευματική χαρά της Θεοτόκου, που φέρει μέσα της τον Θεό Λόγο, οπότε η ίδια καθίσταται «πυρίμορφος θρόνος». Πρόκειται για το πῦρ της Θεότητας, το οποίο φωτίζει και αγιάζει το ανθρώπινο γένος. Ο πέμπτος Οίκος μεταβαίνει από το γεγονός της συλλήψεως στη σημασία του κοσμοσωτήριου γεγονότος της Γεννήσεως του Θεανθρώπου.
Ο έκτος Οίκος («Ζάλην ἔνδοθεν ἔχων…») φανερώνει την εσωτερική ταραχή του μνήστορος Ιωσήφ που βιώνει τη σύγκρουση της ανθρώπινης λογικής και των αποτελεσμάτων της Θείας Ενέργειας, όπως είναι η άσπιλη σύλληψη της Θεοτόκου. Ωστόσο, πείθεται για την αθωότητα της Μαρίας και δοξάζει τον Θεό.
Οι Χαιρετισμοί ουσιαστικά αποτελούν τη συμπυκνωμένη έκφραση της Ορθόδοξης Χριστολογίας καθώς και της διδασκαλίας περί του προσώπου της Θεοτόκου. Τονίζεται η πίστη στη Θεία Ενανθρώπηση, ως αποτέλεσμα της Θείας Χάριτος και της συνεργίας της Παρθένου Μαρίας[43].
[1] Ματσούκα Ν., Δογματική και Συμβολική θεολογία Β, Έκθεση της ορθόδοξης πίστης σε αντιπαράθεση με τη δυτική χριστιανοσύνη, εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη, 2003, σ. 278.
[2] Γιούλτση Ε., Η Παναγία πρότυπο πνευματικής τελείωσης, εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2001.
[3] Αθανάσιου Γιέβτιτς Επισκόπου Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης, Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, Η Θεοτόκος, τέσσερις θεομητορικές ομιλίες. Κείμενο εισαγωγή, εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 1995.
[4] Χρήστου Π., Εκκλησιαστική Γραμματολογία, Πατέρες και Θεολογία του Χριστιανισμού τ. Α΄, εκδ. Κυρομάνος Θεσσαλονίκη 1999.
[5] Σπουρλάκου –Ευτυχιάδου Αμ., Η Παναγία Θεοτόκος τύπος χριστιανικής αγιότητος, Συμβολή εις την ορθόδοξον τοποθέτησιν έναντι της Ρωμαιοκαθολικής Ασπίλου Συλλήψεως και των συναφών ταύτη δογμάτων, Αθήναι 1990.
[6] Γρηγορίου Ιερομονάχου, Η Υπεραγία Θεοτόκος, εκδ. Ιερόν Κουτλουμουσιανόν Κελλίον Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, Άγιον Όρος 2001.
[7] Μαντζαρίδη Γ., Χριστιανική Ηθική, εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2000.
[8] Ναζμ Μ., Η Θεοτόκος κατά τον Ιωάννην τον Δαμασκηνόν, Διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη 1984.
[9] Γιακάλη Α., «Θεομητορικές απόψεις του Γρηγορίου του Παλαμά», Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου εις τιμήν της υπεραγίας Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, θεσσαλονίκη 15 – 17 Νοεμβρίου 1989, εκδ. Ιερά Μητρόπολις Θεσσαλονίκης, 125 – 134.
[10] Ο Πρόκλος Κωνσταντινουπόλεως τη χαρακτηρίζει σαν «τό ἄδυτον τῆς ἀναμαρτησίας ἱερόν» Λόγος ΣΤ΄, Ἐγκώμιον εἰς τήν Θεοτόκον Μαριάμ, ΙΖ, PG 65, 753Β.
[11] Τρεμπέλα Π., Δογματική της ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. Β, Αθήναι 1959-1961, σελ. 213.
[12] Τσάμη Δ., Αγιολογία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 58.
[13] Πάσχου Π., Λόγος και Μέλος. Εισαγωγή στη βυζαντινή – λειτουργική Υμνολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τ. Α΄, εκδ. Αρμός, Αθήνα 1999.
[14] Κοντάκη Ι. Χ., Η διδασκαλία των πατέρων περί της Υπεραγίας Θεοτόκου και της οφειλομένης προς αυτήν τιμής, Θεσσαλονίκη 1999.
[15] Τωμαδάκη «Ο Ακάθιστος Ύμνος». ΘΗΕ 1 (1962), στ. 1147.
[16] Χρήστου Π., Πατρολογία, τ. Ε, Πρωτοβυζαντινή Περίοδος στ΄- θ΄ αιώνες, εκδ. Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 1992.
[17] Taft, R. (1992). A History of the Liturgy of the Hours in the Eastern Churches. Collegeville: Liturgical Press.
[18] Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Μαρία η Μητέρα τον Θεού, εκδ. Άθωνας, Θεσσαλονίκη 1988.
[19] Φίλια Γ. , Οι Θεομητορικές εορτές στη λατρεία της Εκκλησίας, εκδ. Γρηγόρης, Αθήνα 2002 .
[20] Σταμούλη Χρ., «Η Θεοτόκος και το μυστήριο του Σταυρού», Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Τμήμα Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1999.
[21] Schmemann Alexander, Μεγάλη Σαρακοστή, Πορεία προς το Πάσχα, μτφρ. Ελένη Δ. Γκανούρη, Θεσσαλονίκη 2016.
[22] Διακίδη Ν., Οι χαιρετισμοί της Θεοτόκου, Αθήνα 2009.
[23] Ζήση,Θ., «Ἡ ἁγιότητα καὶ ἡ ἀναμαρτησία τῆς Θεοτόκου,» Θεοδρομία, 1 (1999).
[24] Τρίτου Μ., «Θεομητορικές Προτυπώσεις στον κανόνα της Ακαθίστου Ακολουθίας», Εκκλησιαστική Αλήθεια, Αθήνα 1998.
[25] Αθανάσιου Αλεξανδρείας. Περὶ ’Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου, Μετάφραση και σχόλια Π. Χρήστου. εκδ. Πατερικές Εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμᾶς», Θεσσαλονίκη.
[26] Φλορόφσκυ Γ., «Θεοτόκε καταγώγιον ξενισμοῦ τοῦ Δημιουργού Λόγου», Εφημέριος, 7-8 (2002).
[27] Μοδέστου Ιεροσολύμων, Ἐγκώμιον εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Yπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας, PG 86.
[28] Ρωμανίδη Ιω. Δογματική και Συμβολική Θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τ. Α΄, εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2009.
[29] Ιωάννη Δαμασκηνού, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. επιμ. Π. Χρήστου, εκδ. Πατερικές Εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμᾶς», Θεσσαλονίκη.
[30] Meyendorff J., Byzantine Theology: Historical Trends and Doctrinal Themes, ed. Fordham University Press, New York: 1983.
[31] Ζαφείρη Δ., Επτά Λόγοι στους Χαιρετισμούς, εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα, 1998.
[32] Peltomaa Leena Mari. The Image of the Virgin Mary in the Akathistos Hymn, Leiden: Brill, 2001.
[33] Φειδά Βλ., Εκκλησιαστική Ιστορία, Από της αποστολικής εποχής μέχρι της Εικονομαχίας, Ιδιωτική Έκδοση Αθήνα 2015.
[34] Ostrogorsky G., Ιστορία του Βυζαντινού κράτους (324 – 1453), μτφρ. Ιωάννης Παναγόπουλος, εκδ. Ιστορικές Εκδόσεις Στεφ. Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 1981.
[35] Γεώργιου Πισίδη, Έργα, PG 92,
[36]Κουρεμπελέ Ιω., Ρωμανού Μελωδού Θεολογική δόξα. Σύγχρονη ιστορικοδογματική άποψη και ποιητική Θεολογία, εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2006.
[37] Δετοράκη Θ., Ο Ακάθιστος Ύμνος και τα προβλήματά του, εκδ. ίδρυμα Γουλανδρή – Χορν, Αθήνα 1993.
[38] Αποτελείται από 24 οίκους που σχηματίζουν αλφαβητική ακροστιχίδα και διαθέτει δύο προοίμια Μητσάκη Κ., Βυζαντινή Υμνογραφία, Από την εποχή της Καινής Διαθήκης έως την Εικονομαχία, εκδ. Γρηγόρη, Θεσσαλονίκη 1971.
[39] Φουντούλη Ιω., Λογική Λατρεία, εκδ. Αποστολική Διακονία, Θεσσαλονίκη 2002.
[40] Αντίνου Μ., Ο Ακάθιστος Ύμνος, Αθήνα 2012.
[41] Αγγελίδη Ν., Ερμηνεία του Ακαθίστου Ύμνου, Αθήνα 1987.
[42] Αντίνου Μ., Ο Ακάθιστος Ύμνος,…ό.π.
[43] Ανδρούτσου Χρ., Δογματική της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, εκδ. Παπαδημητρίου, Αθήνα 2005.
